Περισσότερα βίντεο εδω

Σπαστικοτητα - Δυσκαμψια

Η σπαστικότητα ή σπαστική παράλυση αποτελεί ένα είδος αυξημένης αντίστασης των μυών στις παθητικές κινήσεις (υπερτονία), που οφείλεται στην αυξημένη ευαισθησία ή υπερενέργεια του μυοτατικού αντανακλαστικού (stretch reflex).** Η αυξημένη αυτή αντίσταση στις παθητικές κινήσεις εκδηλώνεται με τον τύπο του φαινομένου του «μαχαιριού» ή «σουγιά» (clasp knife phenomenon), δηλαδή ενώ στην αρχή της παθητικής κίνησης υπάρχει αυξημένη αντίσταση, η οποία συχνά είναι τόσο μεγάλη, ώστε η κίνηση σταματάει και ένα αιφνίδιο «πιάσιμο» γίνεται αισθητό, ακολούθως και σε μια προχωρημένη φάση της κίνησης επέρχεται μετά από λίγο απότομη υποχώρηση (χαλάρωση) της αντίστασης των μυών.



Μάλιστα, όσο πιο έντονη είναι η σπαστικότητα των μυών τόσο μικρότερη είναι η γωνιώδης κίνηση κατά την οποία αισθανόμαστε το «πιάσιμο», και επομένως ο βαθμός της σπαστικότητας μπορεί, να υπολογίζεται από τη βάση του σημείου αυτού, δηλαδή από τη μέτρηση της γωνίας της άρθρωσης στο σημείο στο οποίο αισθανόμαστε το «πιάσιμο». Ο πόνος δεν είναι απαραίτητο συνοδό σύμπτωμα του φαινομένου αυτού.
Η αντίσταση αυτή της σπαστικότητας αυξάνει αναλόγως και με την ταχύτητα της κίνησης, υπάρχει όμως ένας χαμηλός ρυθμός ταχύτητας της κίνησης, κάτω από τον οποίο η αντίσταση δεν απαντάται. Συμβαίνει όμως σε σοβαρότερες περιπτώσεις και με πολύ μικρή ταχύτητα το μυοτατικό αντακλαστικό να διεγείρεται και ο μυς να συσπάται ή ακόμη να υπάρχουν και ελεύθερα διαστήματα αντίστασης, πριν την συναντήσουμε.
Τέλος, για την σπαστικότητα οι γρήγορες επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή η διάταση των μυών είναι δυνατόν να ελαττώσουν την αντίσταση, προφανώς λόγω της αναχαίτισης της αντανακλαστικής επίδρασης στους μύες.

**Μυοτατικό αντανακλαστικό: το απότομο τίναγμα του γόνατος μετά από
χτύπημα είναι ένα παράδειγμα ενός φασικού τύπου μυοτατικού αντανακλαστικού.
Για να αναπαραχθεί το τίναγμα του γόνατος, το άτομο κάθεται με το ένα πόδι σταυρωτά πάνω στο άλλο γόνατο. Τότε ο τένοντας του τετρακέφαλου (που καταλήγει κάτω από την επιγονατίδα) του ποδιού που είναι από πάνω χτυπιέται. Ο τένοντας του τετρακέφαλου διατείνεται και οι μυϊκές άτρακτοι που βρίσκονται μέσα στο μυ. Οι μυϊκές άτρακτοι διεγείρονται και στέλνουν ώσεις στο νωτιαίο μυελό που συνάπτονται με α – κινητικούς νευρώνες και προσαγωγές απαντήσεις μεταφέρονται πίσω στον τετρακέφαλο. Το αποτέλεσμα είναι μια γρήγορη μυϊκή σύσπαση προκαλώντας το τίναγμα του τμήματος του ποδιού κάτω από το γόνατο προς τα εμπρός. Αν και η κίνηση αυτή δεν έχει λειτουργική αξία έχει κλινική σημασία. Αν ένα αντανακλαστικό λαμβάνει χώρα σημαίνει ότι και οι αισθητικές και οι κινητικές συνδέσεις είναι λειτουργικές.
Η πρόωρη απάντηση ενός μυοτατικού αντανακλαστικού έχει σκοπό να καταπολεμήσει αλλαγές στο μήκος ενός μυός, ιδιαίτερα στις ξαφνικές αλλαγές. Η λειτουργική σημασία του μυοτατικού αντανακλαστικού κατά τη διάρκεια εκούσιας κινητικής δραστηριότητας δεν είναι καθαρά κατανοητή, αλλά πιστεύεται ότι αυτές οι αντανακλαστικές λειτουργίες στις κινήσεις εμποδίζουν την εκρηκτικότητα και την «μακρινή προσγείωση» (υπερμετρία) κατά τη διάρκεια της κίνησης, αφού η εκρηκτικότητα και η «μακρινή προσγείωση» συμβαίνει όταν το μυοτατικό αντανακλαστικό έχει χαθεί από ένα τμήμα του σώματος.

Η σπαστικότητα παρουσιάζεται ιδιαιτέρως σε ορισμένες ομάδες μυών, κυρίως στους εκτείνοντες, και αρκετά συχνά τα πάσχοντα παιδιά λαμβάνουν χαρακτηριστικές στάσεις. Μάλιστα ορισμένοι ερευνητές (Milani κ.α.) θεωρούν ότι σπαστικότητα σημαίνει «ειδικές θέσεις» και τίποτα περισσότερο. Γεγονός πάντως είναι ότι τα διάφορα παθολογικά αντανακλαστικά ασκούν ισχυρή επίδραση στην κατανομή και το βαθμό της σπαστικότητας, και οδηγούν στην ανάπτυξη και τη διατήρηση χαρακτηριστικών θέσεων στα παιδιά.
Επακόλουθο αυτού είναι ότι μερικοί μύες φαίνονται «αδύνατοι», οι κινήσεις είναι περιορισμένου εύρους και κατά την εκτέλεση κινήσεων απαιτείται μεγάλη προσπάθεια.

Η σπαστικότητα συνοδεύεται από αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά και κλόνο της άκρας πόδας. Ο βαθμός τους ποικίλει στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της. Τα τενόντια αντανακλαστικά της σπαστικότητας συνήθως κατά την έκλυση τους, διαχέονται και προκαλούν συσπάσεις και άλλων μυών π.χ. κατά την εξέταση του αντανακλαστικού του γόνατος προκαλείται σύσπαση και των προσαγωγών μυών του ισχίου κ.ο.κ.
Ο βαθμός της σπαστικότητας ποικίλει αναλόγως με τη γενική κατάσταση του παιδιού, δηλαδή την ψυχική του διάθεση και τον ερεθισμό τον οποίο υφίσταται ανά πάσα στιγμή. Ο σπαστικός μυς αντιδρά σχετικά έντονα στα ερεθίσματα, είναι ασθενέστερος, κουράζεται εύκολα, είναι αργός και λιγότερο ακριβής από τον
φυσιολογικό μυ.
Την σπαστικότητα πρέπει να την διακρίνουμε από την κάμψη των μυών. Κατά την κάμψη η αντίσταση στην παθητική κίνηση εξαρτάται μόνο από τον βαθμό έκτασης του μυός και δεν ακολουθείται από χαλάρωση, όπως συμβαίνει κατά την σπαστικότητα. Επίσης, η κάμψη δεν μειώνεται κατά την μακροχρόνια έκταση του μυός.

Η σπαστικότητα είναι αποτέλεσμα βλάβης ή δυσλειτουργίας του πυραμιδικού συστήματος. Θεωρείται όμως ότι δεν εξαρτάται μόνο του ελλείμματος της πυραμιδικής λειτουργίας, εντοπισμένης κυρίως στον φλοιό του εγκεφάλου (περιοχή 4 – S και 6), αλλά και στην διακοπή ικανού αριθμού κατιούσων οδών, οι οποίοι φυσιολογικά αναχαιτίζουν το μυοτατικό αντανακλαστικό.
Βάση πειράματος του Tower, υποστηρίχτηκε ότι η καθαρά πυραμιδική βλάβη προκαλεί υποτονική παράλυση, με ελάττωση, παρά αύξηση των τενόντιων αντανακλαστικών, αλλά όπως απεδείχθη αργότερα (Denny – Brawn), σε μια καθαρά πυραμιδική βλάβη είναι δυνατόν να αναπτυχθεί και σπαστικότητα. Για πρακτικούς όμως σκοπούς θα πρέπει να θεωρείται η σπαστική παράλυση ως πυραμιδική βλάβη.
Η νευροφυσιολογία της σπαστικότητας δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, θεωρείται, εν τούτης, ότι αυτή είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας ή μάλλον απελευθέρωσης του γ – συστήματος ή πολύ σπανιότερα του α – συστήματος από τον αναχαιτιστικό έλεγχο υψηλότερων εγκεφαλικών κέντρων**.

Το γ – σύστημα απελευθερούμενο του ελέγχου των εγκεφαλικών κέντρων είναι περισσότερο ευαίσθητο και αντιδρά στα ερεθίσματα με ποιο ισχυρό τρόπο, δηλαδή με συγχρονισμένη ολική εκκένωση. Αυτή τη φάση διέγερσης ακολουθεί η φάση αναχαίτισης και μετά νέα διέγερση κ.ο.κ.
Κατ’αυτό τον τρόπο εξηγούνται τα κλινικά φαινόμενα του σπαστικού – υπερτονικού μύ, δηλαδή το φαινόμενο του μαχαιριού, τα αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά και ο μηχανισμός της επιμύκηνσης και της βράχυνσης των μυών.
Τα τενόντια αντανακλαστικά έχουν δύο τόξα νευρώνων, σε αντίθεση με την αντίσταση του μυός στη διάταση (μυοτατικό αντανακλαστικό), η οποία απαιτεί μια πολυσυναπτική οδό.

** Η μυϊκή άτρακτος αποτελείται από δύο μέρη, τους μυϊκούς πόλους και το κεντρικό ευαίσθητο τμήμα. Όταν ο μυς διατείνεται, από τις νευρομυικές απολήξεις, κεντρομόλες ώσεις φέρονται κατά μήκος των ινών Ια , στα οπίσθια κέρατα του νωτιαίου μυελού. Εκεί, με ένα μονοσυναπτικό αντανακλαστικό, μέσω του α κινητικού νευρώνα δίνεται το ερέθισμα στον μυ και αυτός συσπάται. Το αντανακλαστικό αυτό τόξο αποτελεί το μυοτατικό αντανακλαστικό.
Το σύστημα όμως, που ρυθμίζει τον χαρακτήρα της μυϊκής σύσπασης είναι το γ – σύστημα, του οποίου η αρχή τοποθετείται στο επίπεδο της γέφυρας του εγκεφαλικού στελέχους, ενώ καταλήγει στους μυς και νευρώνει τα συσταλτά ινίδια της μυϊκής ατράκτου.
Τα ινίδια του γ – συστήματος είναι λεπτότερα από τα ινίδια του α – συστήματος. Με την επίδραση του γ – συστήματος η μυϊκή άτρακτος τίθεται υπό «τάση», με φυσιολογική προϋπόθεση την πρόκληση της τελικής σύσπασης του μυός.
Στην περίπτωση του σπαστικού – υπερτονικού μυός υπάρχει υπερευαισθησία του γ – συστήματος, και αυτό οδηγεί σαφώς σε αυξημένο μυοτατικό αντανακλαστικό, με μεγαλύτερη αντίδραση των α – ινών από τα κύτταρα των πρόσθιων κεράτων του νωτιαίου μυελού (υπερενέργεια των νωτιαίων κινητικών νευρών), ώστε σχεδόν κάθε διάταση του μυός οδηγεί σε ισχυρή σύσπαση αυτού.
Ο λανθασμένος χρόνος μεταβιβάσεως του ερεθίσματος από τον μυ προς το Κ.Ν.Σ. και αντίθετα είναι ο ίδιος σε σπαστικούς και σε φυσιολογικούς μύες. Η διαφορά είναι ότι η νευρική ώση στην περίπτωση του σπαστικού μυός εξαπλώνεται σε περισσότερες κινητικές μονάδες του μυός, ενώ το ερέθισμα φθάνει και σε παρακείμενους μύς.
Η διέγερση του μυός ρυθμίζεται από την ακετυλοχολίνη, η οποία ελευθερώνεται όταν η νευρική ώση φθάνει στις νευρικές απολήξεις, με αποτέλεσμα την σύσπαση των μυών. Η ακετυλοχολίνη διασπάται και ενεργοποιείται από την ακετυλοχολινεστεράση.
Στην εγκεφαλική παράλυση και σε άλλες παθήσεις κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συγκινήσεως, αισθητηριακών ή μηχανικών ερεθισμάτων, προκαλείται αύξηση της κυκλοφορούσας ακετυλοχολίνης, με αποτέλεσμα την αύξηση της σπαστικότητας ή γενικώς των ανωμαλιών της κινητικότητας.
Η ενεργητική κίνηση αυξάνει τη δράση της ακετυλοχολινεστεράσης, ενώ αντίθετα ο περιορισμός της κίνησης, όπως συμβαίνει στην ακινητοποίηση των μυών, βάση τενοντοτομίας και νευροτομίας, προκαλεί βιοχημικές αλλαγές οι οποίες οδηγούν σε υπερευαισθησία στην ακετυλοχολίνη. Κατ’αυτό τον τρόπο εξηγείται η δυσκαμψία ή και η αγκύλωση των αρθρώσεων μετά από ακινητοποίηση, όπως και η προοδευτική ρίκνωση των μυών.
Οπότε, τα πάσχοντα βρέφη πρέπει να κινούνται διαρκώς και να αλλάζουν θέσεις, ενώ πρέπει να αποφεύγονται όσο το δυνατόν η μακροχρόνια ακινησία, οι γύψινοι επίδεσμοι, και τα προσθετικά μηχανήματα.

ΔΥΣΚΑΜΨΙΑ
Ο όρος δυσκαμψία είναι ατυχής. Αντί γι’αυτό θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «πλαστική υπερτονία».
Η δυσκαμψία της εγκεφαλικής παράλυσης διαφέρει από την δυσκαμψία της νόσου του Parkinson και μοιάζει με την δυσκαμψία, η οποία παρατηρείται κατά τον απεγκεφαλισμό. Χαρακτηρίζεται όμως ως σοβαρός βαθμός σπαστικότητας, κατά τον οποίο η αντίσταση στην παθητική κίνηση υφίσταται σε όλη τη φάση, τόσο ως προς την κατεύθυνση της κάμψης όσο και της έκτασης. Αυτό οφείλεται στην ταυτόχρονη σύσπαση των αγωνιστών και ανταγωνιστών μυών.
Κατά την δυσκαμψία η αντίσταση είναι σταθερή και συνήθως υποχωρεί μόνο σε απότομη παθητική κάμψη, δηλαδή δεν απαντά το φαινόμενο του μαχαιριού. Τα τενόντια αντανακλαστικά βρίσκονται φυσιολογικά ή ελαττωμένα. Η εξήγηση της δυσκαμψίας είναι περισσότερο δύσκολη από ότι της σπαστικότητας, πάντως αναπτύσσεται από διάχυτη φλοιώδη βλάβη, μετά από συμμετοχή του εξωπυραμιδικού συστήματος


Συνέχεια εδώ... http://ypotonia.blogspot.gr/2012/04/blog-post_2546.html

Το κείμενο αυτό είναι μέρος μιας πολύ αξιόλογης πτυχιακής εργασίας με τίτλο -"Αξιολόγηση και θεραπευτική παρέμβαση σε βρέφη με υποτονία και υπερτονία "- Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας -- Τμήμα Φυσιοθεραπείας, 2009 από τον Καχριμανίδη Χρήστο.

Επειδή η εργασία ηταν πολύ μεγάλη την δημοσίευσα τμηματικά. Μπορείτε να δείτε συνοπτικά τους τίτλους των θεμάτων και τις παραπομπές τους εδώ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Template by:

Free Blog Templates